αντιτάσσομαι


αντιτάσσομαι
αντιτάσσομαι, αντιτάχθηκα και αντιτάχτηκα βλ. πίν. 28

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀντιτάσσομαι — ἀντιτάσσω set opposite to pres ind mp 1st sg ἀντιτάσσω set opposite to pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εναντιώνομαι — και εναντιούμαι ( όομαι) (AM ἐναντιοῡμαι, Μ και ἐναντιῶ και ἐναντιώνω) αντιτίθεμαι, αντιτάσσομαι («ὡς οὐδενός ἐναντιουμένου», Αριστοφ.) μσν. Ι. ενεργ. ἐναντιῶ και ἐναντιώνω 1. είμαι αντίθετος 2. αντιτάσσομαι, εναντιώνομαι 3. αποκρούω,… …   Dictionary of Greek

  • αντίκειμαι — (AM ἀντίκειμαι) βρίσκομαι σε αντίθεση, αντιβαίνω προς κάτι νεοελλ. (το ουδ. της μτχ. ως ουσ.) βλ. αντικείμενο*. αρχ. (ως παθ. του ἀντιτίθημι*) 1. είμαι τοποθετημένος απέναντι 2. αντιστοιχώ 3. (για τόπους) κείμαι απέναντι 4. (για πράγματα) κείμαι… …   Dictionary of Greek

  • αντιδιατάσσομαι — ἀντιδιατάσσομαι (Α) αντιτάσσομαι, αντιπαρατίθεμαι …   Dictionary of Greek

  • αντιπαρατάσσω — (AM ἀντιπαρατάσσω κ. ττω) 1. παρατάσσω, αντιτάσσω κάποιον ή κάτι εναντίον κάποιου άλλου 2. ( ομαι) παρατάσσομαι εναντίον κάποιου, αντιτάσσομαι, αντιστέκομαι …   Dictionary of Greek

  • ενίστημι — (AM ἐνίστημι) [ίστημι] 1. (μτχ. παρακμ.) ενεστώς, ώσα. ώς ο παρών, ο τρέχων, ο διανυόμενος 2. (μτχ. παρακμ. ως ουσ.) γραμμ. ενεστώς* νεοελλ. μέσ. 1. ενίσταμαι υποβάλλω ένσταση, εναντιώνομαι, αντιτίθεμαι, αντιτάσσομαι 2. (δικαν. όρος) «ενίσταμαι… …   Dictionary of Greek

  • εναπερείδω — ἐναπερείδω (Α) Ι. ενεργ. 1. στηρίζω κάτι πάνω σε κάτι άλλο 2. θέτω τη σφραγίδα μου, αφήνω τα ίχνη μου ΙΙ. μέσ. ἐναπερείδομαι 1. στερεώνω, μπήγω 2. βρίσκω έρεισμα, στήριγμα, ακουμπώ κάπου 3. προσηλώνω την προσοχή μου κάπου 4. παλεύω εναντίον… …   Dictionary of Greek

  • καταπροσωπίζω — (Μ) αντιμετωπίζω εχθρικά, αντιτάσσομαι σε κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < επίρρ. καταπρόσωπον + κατάλ. ίζω] …   Dictionary of Greek

  • πηγαίνω — ΝΜ και πα(γ)αίνω και πά(γ)ω και πάου Ν 1. μεταβαίνω, προχωρώ και φθάνω κάπου (α. «πηγαίνει εκεί πού ναι ψηλό κυπαρίσσι», Σολωμ. β. «διὰ νὰ μὲ ἐπάρωσι νὰ πάγω πρὸς ἐκείνην», Διγ. Ακρ.) 2. απομακρύνομαι, φεύγω (α. «ώρα να πηγαίνουμε, παρακάτσαμε» β …   Dictionary of Greek

  • προσαπαντώ — άω, Α 1. έρχομαι προκειμένου να συναντήσω κάποιον 2. (για χειρουργικό εργαλείο) φτάνω 3. μτφ. αντιτάσσομαι σε κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἀπαντῶ «αναζητώ, συναντώ, αντιμετωπίζω»] …   Dictionary of Greek